Είσαι Προδευτικάνος και έχεις κάθε δικαίωμα να σε σέβονται και να σε λογαριάζουν, και να αναφέρονται σε σένα έχοντας πάντα στο μυαλό, πως η Προοδευτική αγωνίζεται για την τιμή και την ιστορία της, τον κόσμο της και τη βυσσινί φανέλα, τον Κορυδαλλό και την Κοκκινιά.

4/22/2009

Χτες στην τηλεοραση...21 Απριλιου και δεν αλλαξαν πολλα...

Εκατσα και ειδα χτες στην τηλεοραση τους ''Ανταποκριτες'' στην νετ και την ''Ερευνα'' του Τσιμα στο μεγκα.
Οι ανταποκριτες μεσα στα πολλα θεματα ειχαν και μια συνεντευξη του υπευθυνου της Fifa για οικονομικα θεματα και θεματα ομοσπονδιων. Ο κυριος που τυχαινει να ειναι ελληνας μιλησε για τα οικονομικα της Fifa και πως αυτη μοιραζει τα λεφτα στις χωρες. Βαση των διοργανωσεων και της καταταξης και με αλλους κανονες. Μιλαμε για πολλα εκατομυρια ευρω. Ειπε και για το Ελλαδισταν. Τα ποσα ειναι τεραστια και εχουμε μιλησει πολλες φορες εδω για το πως διαχειριζονται και ακρη δεν βλεπουμε. Με τα χρηματα αυτα θα μπορουσαμε να εχουμε φτιαξει παπαδες.... αλλα ας οψετε ο Γκαγκα και οι αλλοι εδω και χρονια.
Στην ''Ερευνα'' στο μεγκα το θεμα ηταν οι χουντα των συνταγματαρχων-αμερικανων και λοιπων καλοπαιδων. Μεσα απο μια αναδρομη και μια καταγραφη των αλλαγων του καθεστωτος σε μουσικη, κοινωνικη, πολιτικη ζωη, θεατρο κινηματογραφο κτλ μιλησε και για το πως η χουντα εβαλε στο χερι και το ποδοσφαιρο. Συγκεκριμενα αναφεραν το παραδειγμα του Εργοτελη. Ο Εργοτελης ειναι μια ομαδα με αριστερες καταβολες. Η χουντα την καταστρεψε αφαιροντας της το δικαιωμα να αγωνιστει στην Β γιατι ηταν η δευτερη ομαδα του νομου. Η αλλη ηταν ο ΟΦΗ. Ετσι την εστειλε στην αφανεια. Της απογορεψε μεταγραφες με νομο. Μελοι του Εργοτελη βρεθηκαν εκτος γηπεδου για τα φρονηματα τους και μερικοι στην φυλακη με γελοιες αποφασεις. Τετοια περιστατικα βεβαια εγιναν σε ολη την Ελλαδα σε ομαδες που δεν αρεσαν στην χουντα.

Ψαξαμε και βρηκαμε καποια κειμενα  για να παρετε μια γευση πως οι κυβερνησεις βλεπουν το ποδοσφαιρο και πως το καταντησαν η fifa, uefa..

Διαβαστε παρακατω...

Ο πόλεμος ή η γιορτή 
Την περασμένη χρονιά, πέθανε ο πιο μακρόβιος γέροντας της Αγγλίας. Η ζωή του Μπέρτι Φέλστιντ διέσχισε τρεις αιώνες: γεννήθηκε τον 19ο, έζησε τον 20ό, πέθανε τον 21ο αιώνα. Ήταν ο μοναδικός επιζών ενός περίφημου ποδοσφαιρικού αγώνα, που διεξήχθη τα Χριστούγεννα του 1915. Σ΄ αυτόν τον αγώνα αντιμέτωποι βρέθηκαν οι Βρετανοί και οι Γερμανοί στρατιώτες. Εμφανίστηκε μια μπάλα, κανείς δεν ξέρει από πού, και άρχισε να κυλά, κανείς δεν ξέρει πώς, ανάμεσα στα χαρακώματα. Τότε το πεδίο τής μάχης μετατράπηκε σε χώρο παιχνιδιού, οι εχθροί πέταξαν στην άκρη τα όπλα τους και άρχισαν να διεκδικούν την μπάλα, όλοι με όλους και όλοι εναντίον όλων. Η μαγεία δεν κράτησε πολύ. Με φωνές οι αξιωματικοί υπενθύμισαν στους στρατιώτες ότι βρίσκονταν εκεί για να σκοτώσουν και να πεθάνουν. Αφού πέρασε η ποδοσφαιρική ανακωχή, επέστρεψε η σφαγή. Όμως, η μπάλα είχε δημιουργήσει έναν φευγαλέο τόπο συνάντησης ανάμεσα σ' αυτούς τους άντρες τούς υποχρεωμένους να μισιούνται. 

Ο βαρόνος Πιέρ ντε Κουμπερτέν, θεμελιωτής των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, είχε προειδοποιήσει: «Ο αθλητισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ειρήνη ή για τον πόλεμο». Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι χειρίστηκαν το ποδόσφαιρο στην υπηρεσία του εκκολαπτόμενου παγκόσμιου πολέμου. Στα γήπεδα, οι ποδοσφαιριστές τής Γερμανίας και της Ιταλίας χαιρετούσαν με την παλάμη τού τεντωμένου χεριού υψωμένη. «Νίκη ή θάνατος», παράγγελνε ο Μουσολίνι, και χωρίς αμφιβολία η ιταλική ομάδα δεν είχε άλλη επιλογή από το να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 και του 1938. «Για τον απλό κόσμο, το να κερδίσεις έναν διεθνή αγώνα είναι πιο σημαντικό από το να κατακτήσεις μια πόλη», έλεγε ο Γκέμπελς, αλλά η Εθνική Γερμανίας, που επιδείκνυε τη σβάστικα στο στήθος, δεν είχε τύχη. Λίγο αργότερα ήρθε ο κατακτητικός πόλεμος και στο παραλήρημα της φυλετικής καθαρότητας προστέθηκε και η κάθαρση του ποδοσφαίρου: 300 Εβραίοι ποδοσφαιριστές σβήστηκαν από τον χάρτη. Πολλοί από αυτούς πέθαναν στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. 

Χρόνια αργότερα, στη Λατινική Αμερική, οι στρατιωτικές δικτατορίες επίσης χρησιμοποίησαν το ποδόσφαιρο στην υπηρεσία του πολέμου ενάντια στις ίδιες τους τις χώρες και τους επικίνδυνους λαούς τους. Στο Μουντιάλ του '70, η βραζιλιάνικη δικτατορία έκανε δική της τη νίκη της ομάδας του Πελέ: «Πια κανείς δεν σταματά αυτή τη χώρα», διακήρυσσε η επίσημη προπαγάνδα. Στο Μουντιάλ του '78, σε ένα στάδιο που βρισκόταν μερικά βήματα από το αργεντίνικο Άουσβιτς, η δικτατορία της Αργεντικής γιόρτασε τον θρίαμβό «της» αγκαζέ με τον πάντοτε παρόντα Χένρι Κίσινγκερ, ενώ τα αεροπλάνα της πετούσαν τους κρατούμενους ζωντανούς στο βάθος της θάλασσας. Και το '80, η δικτατορία της Ουρουγουάης οικειοποιήθηκε τη νίκη της τοπικής ομάδας στο αποκαλούμενο Μουντιαλίτο, έναν θεσμό μεταξύ ομάδων που είχαν αναδειχτεί παγκόσμιες πρωταθλήτριες, αν και ήταν τότε που, για πρώτη φορά, η πλειοψηφία άρχισε να φωνάζει, μετά από εφτά χρόνια υποχρεωτικής σιωπής. «Θα τελειώσει, θα τελειώσει, η στρατιωτική δικτατορία!», ωρύονταν στις εξέδρες. 

Υπάρχουν παιχνίδια που τελειώνουν σαν σε προσχεδιασμένη μάχη, υπάρχουν φανατικοί που βρίσκουν στο ποδόσφαιρο μια καλή πρόφαση για την άσκηση εγκλημάτων και στις κερκίδες ξεσπούν τις συσσωρευμένες, από την παιδική ηλικία ή από την τελευταία εβδομάδα, εχθρότητες. Συμβαίνει να είναι ο πολιτισμός που δίνει τα χειρότερα παραδείγματα βαρβαρότητας. Μεταξύ των περιπτώσεων των πιο πικρών αναμνήσεων μπορεί να μνημονευθεί, για παράδειγμα, η σφαγή των 39 Ιταλών οπαδών της Γιουβέντους από τους Άγγλους χούλιγκανς της Λίβερπουλ, κάτι λιγότερο από 20 χρόνια πριν. Αλλά, αυτό σημαίνει ότι στο ποδόσφαιρο επωάζεται το αβγό του φιδιού; Το 1969, η σφαγή ανάμεσα σε Ονδουρένιους και Σαλβαδορένιους ονομάστηκε «πόλεμος του ποδοσφαίρου», επειδή η πρώτη σπίθα αυτού του επεισοδίου άναψε στα γήπεδα. Όμως, στην πραγματικότητα, ο πόλεμος ερχόταν από πολύ πριν. Και το ψεύτικό του όνομα κατάφερε να αποκρύψει μια μακριά ιστορία: ο πόλεμος ήταν η τραγική διέξοδος της εχθρότητας που υπήρχε για περισσότερο από έναν αιώνα ανάμεσα στους γειτονικούς λαούς, εκπαιδευμένους να μισιούνται αμοιβαία, φτωχοί ενάντια σε φτωχούς, από διαδοχικές στρατιωτικές δικτατορίες δημιουργημένες στη Σχολή της Αμερικής. Ο καθρέφτης δεν ευθύνεται για το πρόσωπο που αντανακλά, ούτε το θερμόμετρο ευθύνεται για τον πυρετό. Αν και συνήθως έτσι φαίνεται, σχεδόν ποτέ δεν προέρχεται από το ποδόσφαιρο η βία που συχνά εκρήγνυται στα γήπεδα. Είναι αποκαλυπτικό αυτό που συμβαίνει στην Αργεντινή. Η τρέλα των ποδοσφαιρικών ταραχών δεν είναι κάτι το καινούργιο. Έχουν πολλαπλασιαστεί τα επεισόδια, οι πυροβολισμοί και οι γκλοπιές από τη στιγμή που ξέσπασε αυτή η τελευταία κρίση, που πέταξε τη χώρα στη φοβερή πτώση και άφησε του Αργεντίνους να κλωτσούν στον αέρα. 

Τα γήπεδα ποδοσφαίρου είναι τα μοναδικά μέρη όπου αγκαλιάζονται οι Αιθίοπες με του Ερυθραίους. Κατά τη διάρκεια των παναφρικανικών αγώνων, οι ποδοσφαιριστές των δύο αυτών εθνικών ομάδων καταφέρνουν να ξεχάσουν, για μια στιγμή, τον μακρύ πόλεμο που κατά καιρούς ξαναφουντώνει ανάμεσα στις δύο χώρες. Και μετά τη γενοκτονία που γέμισε με αίμα τη Ρουάντα, το ποδόσφαιρο είναι το μοναδικό εργαλείο συμφιλίωσης που δεν έχει αποτύχει. Οι Χούτου και οι Τούτσι αναμειγνύονται ως οπαδοί ομάδων και παίζουν μαζί στις διάφορες ομάδες και στην εθνική ομάδα. Το ποδόσφαιρο ανοίγει ένα χώρο για την ανάσταση του αμοιβαίου σεβασμού που κυριαρχούσε ανάμεσά τους, πριν οι αποικιακές δυνάμεις, πρώτα οι Γερμανοί και αργότερα οι Βέλγοι, τους διαιρέσουν για να τους κυβερνήσουν. Στο Μεντεγίν, μια από τις πιο βίαιες πόλεις του κόσμου, γεννήθηκε και αναπτύχθηκε το σχέδιο «Ποδόσφαιρο για την Ειρήνη», που για κάποιο χρονικό διάστημα λειτούργησε με θαυμαστή επιτυχία. Κατά τη διάρκειά του απέδειξε ότι δεν ήταν αδύνατο να αντικαταστήσεις πυροβολισμούς με μπαλιές. Το ποδόσφαιρο είναι η μοναδική εναλλακτική γλώσσα για τις οπλισμένες συνοικιακές συμμορίες, συνηθισμένες να συνδιαλέγονται με πυροβολισμούς. Παίζοντας ποδόσφαιρο, οι εχθροί αρχίζουν να γνωρίζονται μεταξύ τους, στην αρχή με πολύ κακό τρόπο, αλλά κάθε επόμενη φορά λίγο καλύτερα. Και τα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν ότι ο πόλεμος δεν είναι ο μοναδικός πιθανός τρόπος μιας ζωής. 

Πριν από κάθε αγώνα, σε κάθε Παγκόσμιο Κύπελλο, οι ποδοσφαιριστές ακούν και σιγοτραγουδούν τους εθνικούς τους ύμνους. Εκτός μερικών εξαιρέσεων, κατά κανόνα οι ύμνοι σε καλούν να σκοτώσεις και να πεθάνεις. Αυτά τα πολεμικά άσματα εκστομίζουν φοβερές απειλές, προσκαλούν σε πόλεμο, βρίζουν τους ξένους και παροτρύνουν να τους κάνουμε κομματάκια ή να πεθάνουμε δοξασμένοι σε ηρωικά λουτρά αίματος. 

Ήδη βαδίζουμε προς το 17ο Παγκόσμιο Κύπελλο. Στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων έχει παρατηρηθεί ότι δεν λείπουν οι ποδοσφαιριστές οι διατεθειμένοι να λειτουργήσουν σαν υπάκουοι στρατιώτες, πάντοτε έτοιμοι να τιμωρήσουν με άγριες κλωτσιές τους εχθρούς της πατρίδας και, προπαντός, αυτούς που διαπράττουν την ασυγχώρητη προσβολή να παίζουν καλά. Αλλά, η αλήθεια να λέγεται, η μεγάλη πλειοψηφία των ποδοσφαιριστών δεν δίνει σημασία στις διαταγές που προστάζουν οι ύμνοι τους, ούτε στα επικά παραληρήματα κάποιων δημοσιογράφων που συναγωνίζονται τους ύμνους, ούτε στις σφαγιαστικές οδηγίες μερικών προπονητών, ούτε στις πολεμικές κραυγές κάποιων τρελαμένων στις κερκίδες. Μακάρι οι ποδοσφαιριστές, ή τουλάχιστον η πλειοψηφία τους, να συνεχίσουν να κάνουν τους κουφούς στο Μουντιάλ που έρχεται. Και να μην μπερδευτούν την ώρα της εκλογής ανάμεσα στον πόλεμο ή τη γιορτή. 

------------------------------------------------------------ 
Μοντέλα 

Δύο είναι τα παγκόσμια κύπελλα ποδοσφαίρου. Στο ένα παίζουν οι αθλητές από σάρκα και οστά. Την ίδια στιγμή, στο άλλο παίζουν τα ρομπότ. Οι ανθρωποειδείς ομάδες διεκδικούν το RoboCup 2002, στο γιαπωνέζικο λιμάνι της Φουκουόκα, απέναντι από την κορεάτικη ακτή. Οι αγώνες των ρομπότ διεξάγονται κάθε χρόνο, σε διαφορετικό μέρος. Αυτοί είναι οι έκτοι. Οι διοργανωτές τους έχουν την ελπίδα να ανταγωνιστούν, στο μέλλον, τις αληθινές εθνικές ομάδες. Σε τελική ανάλυση, λένε, ήδη ένας υπολογιστής νίκησε τον πρωταθλητή Γκάρι Κασπάροφ σε μια παρτίδα σκάκι και δεν τους κοστίζει πολύ να φανταστούν ότι οι μηχανικοί αθλητές θα καταφέρουν να πετύχουν ένα παρόμοιο κατόρθωμα σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου. Τα ρομπότ, προγραμματισμένα από μηχανικούς, είναι δυνατά στην άμυνα και γρήγορα, με δυνατό σουτ στην επίθεση. Ποτέ δεν προπονούνται με την μπάλα. Εκτελούν χωρίς αντίρρηση τις διαταγές του προπονητή και ούτε για μια στιγμή διαπράττουν την τρέλα να πιστέψουν ότι οι παίχτες παίζουν. 

Ποιο είναι το πιο συχνό όνειρο των επιχειρηματιών, των τεχνοκρατών, των γραφειοκρατών και των ιδεολόγων της βιομηχανίας του ποδοσφαίρου; Στο όνειρο, κάθε φορά πιο κοντά στην πραγματικότητα, οι παίχτες μιμούνται τα ρομπότ. Λυπηρό σημάδι των καιρών, ο 21ος αιώνας ιεροποιεί τη μετριότητα στο όνομα της αποτελεσματικότητας και θυσιάζει την ελευθερία στον βωμό της επιτυχίας. «Κάποιος δεν κερδίζει επειδή αξίζει, αλλά αξίζει επειδή κερδίζει», είχε επισημάνει, πριν από μερικά χρόνια, ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Δεν αναφερόταν στο ποδόσφαιρο, αλλά είναι σαν να το είχε κάνει. Απαγορεύεται να χάνεις χρόνο, απαγορεύεται να χάνεις: έχοντας μετατραπεί σε δουλειά, υποταγμένο στους νόμους της αποδοτικότητας, το παιχνίδι παύει να είναι παιχνίδι. Συνεχώς περισσότερο, όπως όλα, το επαγγελματικό ποδόσφαιρο φαίνεται να διοικείται από την ΕΕΟ (Ένωση των Εχθρών της Ομορφιάς), οργάνωση δυνατή, που δεν υπάρχει αλλά διοικεί. Ο Ιγνάσιο Σαλβατιέρα, ένας αδίκως άγνωστος διαιτητής, αξίζει να αγιοποιηθεί. έδωσε μαρτυρία της νέας πίστης. Πριν έξι χρόνια, εξόρκισε τον δαίμονα της φαντασίας στη βολιβιάνικη πόλη Τρινιδάδ. Ο διαιτητής Σαλβατιέρα απέβαλε από το γήπεδο τον ποδοσφαιριστή Αμπέλ Βάκα Σαουσέδο. Του έδειξε κόκκινη κάρτα, «για να μάθει να λαμβάνει το ποδόσφαιρο στα σοβαρά». Ο Βάκα Σαουσέδο είχε πετύχει ένα ασυγχώρητο γκολ. Τρίπλαρε όλη την αντίπαλη ομάδα, ακολουθώντας έναν ξέφρενο ρυθμό, κουβαλώντας την μπάλα με τα πόδια, με το κεφάλι, με τακουνάκια, και φτάνοντας στην κορύφωση αυτού του οργίου, γύρισε την πλάτη του στο τέρμα και, με μια εύστοχη κωλιά, κάρφωσε την μπάλα στο γάμμα. 

Υπακοή, ταχύτητα, δύναμη, όχι φαντεζί ενέργειες: αυτό είναι το καλούπι που απαιτεί η παγκοσμιοποίηση. Κατασκευάζεται μαζικά ένα ποδόσφαιρο πιο κρύο και από ψυγείο. Και πιο αδυσώπητο από αλεστική μηχανή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε πριν από δυο χρόνια το France Football, ο αποδοτικός χρόνος ζωής των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών έχει μειωθεί στο μισό τα τελευταία 20 χρόνια. Ο μέσος όρος, που ήταν 12 χρόνια, έχει μειωθεί στα 6. Οι εργάτες του ποδοσφαίρου αποδίδουν συνεχώς περισσότερο και διαρκούν λιγότερο. Για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του ρυθμού εργασίας, πολλοί δεν έχουν άλλη εναλλακτική λύση από το να προστρέξουν στη βοήθεια των χημικών, ενέσεις και χάπια που επιταχύνουν τη φθορά: τα αναβολικά έχουν χίλια ονόματα, όλα όμως γεννιούνται από την υποχρέωση της νίκης και θα μπορούσαν να ονομάζονται επιτυχιόχαπα. Στη Βραζιλία, οι κοινότητες των ιθαγενών συναγωνίζονται στο δικό τους ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα. Στο Κύπελλο του 2000, η ομάδα των ιθαγενών Μακούσις έφτασε στον τελικό έχοντας παίξει τρία συνεχόμενα παιχνίδια κατά τη διάρκεια οκτώ ωρών. Αυτό το κατόρθωμα εξηγείται από τις θαυμαστές δυνάμεις ενός άλλου αναβολικού, που το επαγγελματικό ποδόσφαιρο δεν μπορεί να πληρώσει. Αυτό το μαγικό ποτό, που δεν έχει τιμή, ονομάζεται ενθουσιασμός. Η λέξη δεν προέρχεται από τη γλώσσα των Μακούσις, αλλά από τα αρχαία ελληνικά και σημαίνει: «να έχεις τους θεούς μέσα σου». 

2.500 χρόνια πριν από τον Μπλάτερ, οι αθλητές αγωνίζονταν γυμνοί και χωρίς καμιά διαφήμιση σαν τατουάζ στο σώμα τους. Οι Έλληνες, χωρισμένοι σε πολλές πόλεις, καθεμία με τους δικούς της νόμους και τον δικό της στρατό, συνευρίσκονταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Συναγωνιζόμενοι στον αθλητισμό, αυτοί οι διασκορπισμένοι λαοί έλεγαν: «Εμείς είμαστε Έλληνες», σαν να απάγγελλαν με τα σώματά τους τους στίχους της Ιλιάδας, όπου είχαν θεσπίσει την εθνική τους συνείδηση. Πολύ αργότερα, κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους του 20ού αιώνα, το ποδόσφαιρο ήταν το άθλημα που καλύτερα εξέφρασε και δήλωσε την εθνική ταυτότητα. Οι διαφορετικοί τρόποι παιχνιδιού φανέρωσαν τους διαφορετικούς τρόπους ζωής. Όμως, η διαφορετικότητα του κόσμου υποτάσσεται στην υποχρεωτική ομοιομορφία. Το βιομηχανικό ποδόσφαιρο, που η τηλεόραση έχει μετατρέψει στο πιο κερδοφόρο μαζικό θέαμα, επιβάλλει ένα μοναδικό μοντέλο, που απαλείφει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως συμβαίνει με αυτά τα πρόσωπα που γίνονται μάσκες, όλες ίδιες, στο τέλος συνεχών επεμβάσεων πλαστικής χειρουργικής. Υποτίθεται ότι αυτή η πλήξη είναι η πρόοδος, αλλά ο ιστορικός Άρνολντ Τόινμπι είχε περάσει από πολλά παρελθόντα όταν απέδειξε: «Το πιο συνεπές χαρακτηριστικό των πολιτισμών σε παρακμή είναι η τάση για τυποποίηση και ομοιομορφία». 

Εδώ και πολύ καιρό, η εθνική ομάδα της Βραζιλίας φαίνεται να θέλει να σταματήσει να είναι βραζιλιάνικη. «Θέλουμε μια Βραζιλία με ευρωπαϊκή νοοτροπία. Το ποδόσφαιρο έχει σταματήσει να είναι ένα παιχνίδι. Η πραγματικότητα πια δεν επιτρέπει το ωραίο ποδόσφαιρο. Εκείνο το ποδόσφαιρο με τα θεαματικά τακουνάκια έχει περάσει στην ιστορία», αποφαίνεται ο προπονητής της Εθνικής Βραζιλίας, Λουίς Φελίπε Σκολάρι. Ενώ εκδίδει το πιστοποιητικό θανάτου του πιο όμορφου ποδοσφαίρου του κόσμου, αυτός ο παθιασμένος με τη μετριότητα εξασκεί τη στρατιωτική πειθαρχία. Ο Σκολάρι θαυμάζει τον στρατηγό Πινοτσέτ, λατρεύει την τάξη και δυσπιστεί στο ταλέντο. Καταδικάζει σε εξορία τους ανυπάκοους Ρομάριο και Ντζαλμίνια, όπως άλλοτε θα είχε πυροβολήσει εκείνον τον ανεξέλεγκτο βασιλιά του τσίρκου, τον Γκαρίντσα. Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο ασκεί δικτατορία. Οι ποδοσφαιριστές δεν μπορούν να βγάλουν μιλιά απέναντι στη δεσποτική εξουσία των αφεντικών της μπάλας, που από το κάστρο τους, τη FIFA, διοικούν και κλέβουν. Η απόλυτη εξουσία αιτιολογείται από τη συνήθεια: έτσι είναι, επειδή έτσι πρέπει να είναι, και έτσι πρέπει να είναι, επειδή έτσι είναι. 

Όμως, πάντοτε ήταν έτσι; Αξίζει να θυμηθούμε εδώ ένα πείραμα που συνέβη στη χώρα του Σκολάρι, όχι περισσότερο από είκοσι χρόνια πριν, ενώ ακόμα τη χώρα κυβερνούσε στρατιωτική δικτατορία. Οι ποδοσφαιριστές πήραν τη διοίκηση της Κορίνθιανς, μιας από τις μεγαλύτερες ομάδες της Βραζιλίας, και διαχειρίστηκαν τα ζητήματα της ομάδας το 1982 και το 1983. Ασυνήθιστο, δεν έχει ξαναγίνει: οι παίχτες αποφάσιζαν για όλα, μεταξύ τους, πλειοψηφικά. Συζητούσαν δημοκρατικά και ψήφιζαν για τη μέθοδο εργασίας, το ποδοσφαιρικό σύστημα, τη διανομή των χρημάτων και για όλα τα υπόλοιπα. Στις φανέλες τους μπορούσε κανείς να διαβάσει: Δημοκρατία της Κορίνθιανς. Μετά από δύο χρόνια, οι πρώην διοικούντες επανήλθαν στην εξουσία. Όμως, κατά τη διάρκεια της δημοκρατίας, η Κορίνθιανς, διοικούμενη από τους ποδοσφαιριστές, πρόσφερε το πιο τολμηρό και θεαματικό ποδόσφαιρο σε όλη τη χώρα, έφερε πολύ κόσμο στα γήπεδα και κέρδισε δύο συνεχόμενες χρονιές το τοπικό πρωτάθλημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πνευματικα Δικαιωματα κειμενων και φωτογραφιων