Είσαι Προδευτικάνος και έχεις κάθε δικαίωμα να σε σέβονται και να σε λογαριάζουν, και να αναφέρονται σε σένα έχοντας πάντα στο μυαλό, πως η Προοδευτική αγωνίζεται για την τιμή και την ιστορία της, τον κόσμο της και τη βυσσινί φανέλα, τον Κορυδαλλό και την Κοκκινιά.

12/20/2008

ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ


Όσοι διαβάζετε κάπως συχνά το blog, έχετε αντιληφθεί πως ο τρόπος που προσεγγίζουμε κατά βάση τα θέματα μας, μόνο κοινότυπος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί.
Παρ’ όλα αυτά αποφεύγουμε όπως ο διάβολος το λιβάνι πρακτικές ευτέλειας και ευκολίας, πράγμα που σημαίνει και κόπο και χρόνο μέχρι να στηθούν τα θέματα έτσι όπως πρέπει.
Χαίρομαι ειλικρινά που αυτός ο ανατρεπτικός τρόπος θεώρησης των πραγμάτων βρίσκει συμμάχους και συνοδοιπόρους.
Ακόμη καλύτερα όταν οι ‘’σύντροφοι’’ αυτής της ωραίας άμιλλας είναι και Προδευτικάνοι και φίλοι σαν τον ιδιαίτερα αγαπητό Γιάννη Παγιασλή, που η ιστοσελίδα του Left Liberal Synthesis, αποτελεί αληθινό κόσμημα στον χώρο της πολιτικής σκέψης
Έχοντας αποκαλέσει τον αξέχαστο Σακελλάριο σύγχρονο Αριστοφάνη, νομίζω πως έπεται να τονίσω πως ο πολυτάλαντος αυτός άνθρωπος υπήρξε σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, στιχουργός και σκηνοθέτης, και κατ’ επέκταση κορυφαίος εκπρόσωπος του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.
Κι ύστερα από μια τέτοια ανάλυση, δεν κρατιέμαι να μην σας παρουσιάσω τον πραγματικά μοναδικό τρόπο που προσεγγίζονται δυο τεράστιες επιτυχίες του αξέχαστου Αλέκου (ιδιαίτερα η κοινωνική τους διάσταση) όπως το ‘’Ούτε γάτα ούτε ζημιά’’ και ο ‘’Ηλίας του 16ου ‘’ που ξανακυκλοφόρησε πρόσφατα με πρωταγωνιστή τον Πέτρο Φιλιππίδη.
Διαβάστε τα σχετικά κείμενα. Πιστέψτε με πως αξίζει τον κόπο. Δ.Β.

ΗΛΙΑΣ ΤΟΥ 16ου. ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΟΙ, ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ


Όλη η Ελλάδα έχει δει τον Ηλία του 16ου καμιά δεκαρία φορές, στην αριστουργηματική πρώτη έκδοση.
Θα αναλύσουμε γιατί η ταινία αυτή ,ενώ σε μια πρώτη ανάγνωση είναι μια τρομερή φαρσοκωμωδία ,ανεπανάληπτων πρωταγωνιστών ,αν την κοιτάξουμε πιο προσεκτικά ,θα δούμε μια ριζική ,οξεία ματιά πάνω στα φαινόμενα που μας απασχολούν
Πως αναπτύσσεται η παραβατικότητα;
Τι είναι οι εκάστοτε μεσαίοι;
Τι ρόλο παίζει η καταστολή;
Το στόρυ σε όλους γνωστό
Η φτώχεια της μετεμφυλιακής Ελλάδας, του Καραμανλή του 60,οδηγεί δυο πεινασμένους (κυριολεκτικά) στην κλοπή κοσμημάτων που φυλάσσονται στην μπότα ενός τοκογλύφου. Τα κοσμήματα είναι το ενέχυρο μιας χαρτοπαικτικής συναλλαγής.
Ο Χατζηχρήστος μεταμφιεσμένος ως αστυνομικός, καλείται να διαλευκάνει μια υποτιθέμενη κλοπή,για την οποία ξέρει τους πραγματικούς ενόχους, και μέσα από τις συμπτώσεις ,απελευθερώνει τον συνένοχο του Βέγγο του από την σίγουρη καταδίκη.
Ας ξεχάσουμε την πηγαία κωμική διάσταση και ας δούμε τους αρχετυπικούς χαρακτήρες
Οι πεινασμένοι άνεργοι Χατζηχρήστος Βέγγος
Ο συνένοχος καφετζής Ξενίδης
Ο τοκογλύφος Παπαγιαννόπουλος
Ο μικροκλέφτης Τζανετάκος
Οι μεσοαστοί που δεν πληρώνουν την υπηρέτρια Γεωργούλη, και την κατηγορούν άδικα.
Και ο αστυνομικός που εποπτεύει την τελική διελεύκανση.
Η οξεία ριζική οπτική της ταινίας έγκειται στην καταπληκτική ενάργεια που διαπλέκονται οι θεμελιώδεις κοινωνικές σχέσεις. Με ένα απροσδόκητο τρόπο, οι σύγχρονες τάξεις, το κράτος, οι μηχανισμοί, οι ιδεολογικές αναφορές αναδύονται με ένα σύγχρονο τρόπο. Η σκηνοθετική ματιά είναι αποκαλυπτική
Στα μάτια μας οι ποινικοί παραβάτες είναι δικαιολογημένοι, συμπαθητικοί, δικοί μας. Η πείνα τους αφοπλιστική ,δίχως μελό, γίνεται κινητήρια δύναμη μιας κλοπής για την οποία δεν έχουμε καν ενστάσεις είμαστε συνένοχοι θεατές.
Το ποιον θα κλέψουν είναι κλειδί.
Τον τοκογλύφο, τον μίζερο αλλά και διαπλεκόμενο με την αστυνομία. Μήπως πενήντα χρόνια μετά ο τύπος αυτός είναι οι τράπεζες;
Από την άλλη οι χαρτοπαίκτες αστοί. Ας μην ξεχνάμε η ταινία είναι του 60. Ποιοι παίζουν χαρτιά τότε; Ούτε καν οι μεσοαστοί.
Κι’ όμως οι χαρτοπαίκτες ,δεν διστάζουν να κατηγορήσουν άδικα την μοναδική παραγωγικά εργαζόμενη, την υπηρέτρια Γεργούλη. Η ιδεατή απεικόνιση της παραγωγικής μισθωτής εργασίας, που όχι μόνο χάνει τα μεροκάματα της, αλλά υφίσταται και την άδικη κατηγορία..
Σε ένα ανεπανάληπτο φλερτ, ο μικροπαραβάτης Χατζηχρήστος, καλοκοιτάζει την εργαζόμενη Γεωργούλη η οποία τον επιδοκιμάζει. Η μικροπαραβατικότητα στην αέναη συμφιλίωση της με την κακοπληρωμένη εργασία.
Η αστυνομία το κράτος εμφανίζονται με πολλαπλούς τρόπους.
Κατ’ αρχάς το αστυνομικό τμήμα είναι ο τόπος της λύσης της παρεξήγησης. Οι φωτογραφίες των συμβόλων της εξουσίας ,των βασιλέων της εποχής δεσπόζουν στο κινηματογραφικό κάδρο. Η αστυνομική εξουσία όμως έχει μια διττή οξύμωρη παρουσία. Ως πραγματικός αστυνομικός διευθυντής ,αλλά και ως συμβολικός αστυνόμος Χατζηχρήστος Ηλίας, με μόνο στοιχείο παρουσίας την στολή του.
Στην μετεμφυλιακή Ελλάδα η αστυνομία είναι το παν. Είναι παντού. Άρα η σκηνοθετική επιλογή, δεν είναι αυθαίρετη, λύνει το δράμα εκεί που το πραγματικό δράμα διεξάγεται, στην αστυνομία.
Οι δε χαρτοπαίκτες, αντιπαθείς, άχρωμοι, με αμφίβολη ακεραιότητα, σε συναλλαγή με την τοκογλυφία.
Τι παραπάνω διαμοίβεται στην σημερινή συγκυρία;
Όχι και πιο πολλά.
Μια παραβατικότητα που μας μπερδεύει, με τα πως και τα γιατί της. ΟΚ όλοι την καταδικάζουν ,αλλά όλοι κατά βάθος ξέρουν ότι δεν είναι ξεκάθαρη.
Μια οικονομική κατάσταση χρεών που αντί να σωρεύονται στα κιτάπια του Παπαγιανόπουλου, εγγράφονται στα PC των τραπεζών.
Και τα χρέη όλοι καταλαβαίνουν ,πως στον πυρήνα τους είναι χρέη δημιουργημένα από μια οικονομία μπλόφας, συναλλαγές μιας ανήθικης ραστώνης μακριά από την παραγωγή. Οι χαρτοπαίκτες δημιουργούν το αρχικό κεφάλαιο που οδεύει στην τράπεζα αρβύλα. Και μέσα στην δίνη τους μπλέκουν τους εργαζόμενους που συμβολίζονται στην ποδιά κουζίνας, τις κοτσίδες της διαμαρτυρόμενης Γεωργούλη.
Θα αναρωτηθούμε που είναι η αντιστοιχία με το νεκρό κορμί του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου.
Αυτό έχει απωθηθεί στην ταινία, γιατί είναι το ταμπού του ιστορικού χρόνου της ταινίας. Δέκα χρόνια μετά τον εμφύλιο η Ελληνική κοινωνία, έχει κλάψει για δεκάδες Αλέξανδρους, τόσους που αδυνατεί να δει έστω και ως ρόλο. Έτσι το πτώμα του δεκαπεντάχρονου η ταινία το απωθεί, γιατί απλά οι θεατές της εποχής της ταινίας ,το γνωρίζουν ,το ζουν ως τραύμα.
Στην ταινία ο Ηλίας, με την οξύνοια του σώζει τους πάντες.
Αποκαθιστά την αδικία λύνοντας το μυστήριο των κοσμημάτων, αθωώνει οριστικά την Γεωργούλη, αλλά το κυριότερο στην μαγική τελευταία σκηνή, με μια λυτρωτική ίσως τελετουργική βία προς το alter ego του Βέγγου, δραπετεύουν εκτός του τόπου του δράματος, εκτός της κρατικής εξουσίας, σε ένα μέλλον γεμάτο αισιοδοξία.
Ακούμε, διαβάζουμε πολλά.
Άραγε θα υπάρξει σήμερα εκείνος ο σημερινός συλλογικός Ηλίας, που θα λύσει το σημερινό μας δράμα.
Ας ελπίσουμε

ΟΥΤΕ ΓΑΤΑ ΟΥΤΕ ΖΗΜΙΑ, Ο ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΟΧΗΣ



Η αφομοίωση της πραγματικότητας αυτής, η αποκωδικοποίηση των νοημάτων της συνεχίζει να μας βραχυκυκλώνει. Θα προσπαθήσουμε να την δούμε και πάλι μέσα από την ανάλυση μιας κωμωδίας του 50.
Αυτό που μας βραχυκυκλώνει είναι η τυφλή ,βανδαλική βία, που ενώ εκκινεί από μια απόλυτη ηθική προσταγή, την υπεράσπιση της ζωής του Αλέξανδρου, διολισθαίνει σε μια «μαύρη» άνευ νοήματος έκρηξη.
Δεν είναι τυχαίο που κάποιοι παρατήρησαν ότι αυτήν την βδομάδα έλλειψε ένα κωδικό σήμα ,ένα τραγούδι, που θα πολλαπλασίαζε την συλλογική επιθυμία, ως θετική καταφατική προσταγή ενός άλματος.

Και παρατηρήσαμε όλοι την α- νοηματική βία, με μια αίσθηση συνενοχής.

Είμασταν όλοι κάπου και σε κάποιον βαθμό εμπλεκόμενοι, σιωπηλοί, συνένοχοι, παρόντες και κυρίαρχοι μόνο από τον άρρητο δεσμό της συνενοχής.
Παίζουμε όλοι το δίλλημα του φυλακισμένου, και ξέρουμε ότι η βέλτιστη λύση είναι η σιωπή, και μέσω αυτής θα διασωθούμε.
Δεν έχουμε όλοι την ίδια ή της ίδιας ποιότητας ευθύνη. Την κουτσουλία μας όμως κάπου την αφήσαμε.
Οι κυβερνολάγνοι και κυβερνολόγοι, παριστάνουν τον ανήξερο για τον εγγενή κρυφοφασισμό των σωμάτων ασφαλείας
Οι αντιπολιτευόμενοι ή συστημικά διαμαρτυρόμενοι σφυρίζουν αδιάφορα όταν όλα τους τα αιτήματα έχουν κατά βάθος ένα μηχανισμό επίλυσης. Κρατικά χρήματα σε όλους και για όλα.
Ο κατάλογος μπορεί να πάει πολύ μακριά.
Υποστηρίζω πως η άρρητη συνενοχή μας κρατάει μαζί, έτσι που κανένας δεν έχει το ηθικό ανάστημα να τα βάλει με όλους. Όλοι μιλούν με προϋποθέσεις, αιρέσεις, κλπ.
Η ταινία που αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο πως η συλλογική συνενοχή σώζει είναι το «Ούτε Γάτα Ούτε Ζημιά»
Ο Λαλάκης Μακρυκώστας, (Λογοθετίδης) διευθύνων σύμβουλος σε μια μεγάλη εταιρία, επικαλείται τη θέση του για να πάει στη Θεσσαλονίκη για έναν έλεγχο στο εκεί υποκατάστημα, αφήνει μόνη στο σπίτι τη γυναίκα του Πόπη (Λυβικού) και παίρνει μαζί του στο τρένο την ερωμένη του Λόλοτα. Υποψιασμένη η γυναίκα του ότι την απατά, αποφασίζει να τον πληρώσει με το ίδιο νόμισμα. Δέχεται την πρόταση του γοητευτικού Νίκου Κουτρουμπά (Κωνσταντάρα) να περάσουν μαζί ένα Σαββατοκύριακο στη Θυμαριά, φιλοξενούμενοι του σταθμάρχη Στέλιου Μολφέτα
Οι απαραίτητες εξωφρενικές συμπτώσεις φέρνουν τα ζεύγη να συγκατοικήσουν ,για ένα βράδυ ,και τότε αναπτύσσεται ένα μεγαλειώδες παιχνίδι συνενοχών, λεπτών μυνημάτων ανάμεσα στον Λαλάκη Λογοθετίδη και την Πόπη Λυβικού.
Η σκηνοθεσία, δηλαδή το μάτι του θεατή ,εμείς, αενάως παίζει με την υπόθεση ότι η Πόπη δεν είναι η Πόπη, και μέχρι το τέλος της ταινίας αυτό είναι σχεδόν αιωρούμενο
Ας ξεκινήσουμε όμως με μερικά άλλα στοιχεία της ταινίας.
Για δέστε τα μαγικά ονόματα των κυρίων υπευθύνων της φάρσας .Ο Λαλάκης και η Λολότα .Αν μου βρείτε κανένα διευθύνοντα σύμβουλο που να διανοείται το πενήντα να αυτοαποκαλείται Λαλάκης, και καμία δεσποινιδούλα που να φλερτάρει με τον Κοκότα παραλλάσσοντας ένα γράμμα, τότε ας δούμε και το 08 κανένα CEO ως Μπούλη και την γραμματέα του ως Βιζιτίτσα.
Η επιλογή των ονομάτων ,απ’ευθείας απομαγεύει τους κυρίους υπευθύνους της παρεκτροπής.
Η κορύφωση όμως και το κρυμμένο δράμα, είναι άλλο. Η αιρούμενη φιγούρα της Πόπης Λυβικού,που μας ξεγλυστράει ως παρουσία ,συνεχώς, ανασκαλεύοντας το ερώτημα ,μα τελικά είναι αυτή; Βλέπουμε λοιπόν ότι οι μεταμοντέρνες αμφισημίες ,οι ντερινατικές «διαφορές» δεν είναι για PHD φιλοσοφίας.
Είναι δίπλα μας, μέσα μας, μέσα στο σπίτι μας. Είναι οι Πόπες που ο Σακελάριος υπονοεί πως μπορεί και να μην είναι.
Σιγά σιγά όμως εμείς οι θεατές, γινόμαστε συνένοχοι στην μικροαστική απάτη. Τα συναισθήματα μας γίνονται μεστά γόνιμα μόνο με την προϋπόθεση ότι το ζεύγος ενώ ξέρει τα πάντα, θα υποδυθεί πως δεν ξέρει, θα συναινέσει στην αμοιβαία απάτη, αλλιώς το στόρι δεν δένει. Αν η Πόπη δεν είναι η Πόπη, τότε η ταινία είναι άνοστη μπαλαφάρα.
Η μαστοριά του Σακελάριου είναι ότι μας σέρνει στο φοβερό πάρτι μασκέ, όπου άπαντες φορούν τις μάσκες του εαυτού τους για να γλυτώσουν, και ποτέ δεν θα καταλάβουμε τι ακριβώς παίζεται με τις μάσκες, γιατί αυτές είναι ο όρος σταθεροποίησης της μικροαστικής συντήρησης της οικογένειας του πενήντα (μόνο????) .
Είναι γνωστό πως υπουργός της Αργεντινής βλέπει διαδήλωση στο υπουργείο του, όπου οι διαδηλωτές θέλουν να τον λυντσάρουν φορώντας αποκριάτικες μάσκες με το πρόσωπο του, και τελικά γλυτώνει γιατί φοράει την μάσκα του εαυτού του.\
Αυτό γίνεται στην ταινία, και γι’ αυτό η ταινία στέκεται σχεδόν πενήντα χρόνια. Απόδραση από το άβολο Σαββατοκύριακο δια της συνενοχής και επιστροφή στην τεχνική γαλήνη δια της σιωπής.
Αυτό θα γίνει και τώρα. Παρά τις κραυγές ,θα συναινέσουμε όλοι στην νεοελληνική συντηρητικούρα, με τους Λογοθετίδηδες να ταιριάζουνε με τις Λυβικές και κανένας στο τέλος να μην κατάλαβε αν τα είχαν πραγματικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πνευματικα Δικαιωματα κειμενων και φωτογραφιων