Είσαι Προδευτικάνος και έχεις κάθε δικαίωμα να σε σέβονται και να σε λογαριάζουν, και να αναφέρονται σε σένα έχοντας πάντα στο μυαλό, πως η Προοδευτική αγωνίζεται για την τιμή και την ιστορία της, τον κόσμο της και τη βυσσινί φανέλα, τον Κορυδαλλό και την Κοκκινιά.

7/12/2008

ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ, ΟΙ ΑΣΧΕΤΟΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΥΜΠΕΚΙ.

Την εποχή που ο Άκης Πάνου μετρούσε μέρες στη φυλακή καταδικασμένος για φόνο που διέπραξε σε βρασμό ψυχής, γιατί ο Άκης εγκληματίας δεν ήτανε, λένε πως η μόνη χάρη που ζήτησε ήτανε, σε κάποια από τις μεταφορές του από τις φυλακές Κορυδαλλού στα δικαστήρια, να συναντήσει για λίγο, αυτόν για τον οποίο είχε πει ότι: Οι τέσσερεις μεγάλοι τραγουδιστές είναι τρεις, οι εξής δύο ο Καζαντζίδης!

Λένε πως η συνάντηση έγινε στην ταβέρνα του Κουμπούρα, δίπλα στο γήπεδο της Προοδευτικής. Εκεί που σύχναζε ο μέγιστος λαϊκός βάρδος την τελευταία περίοδο της ζωής του, όταν είχε γίνει κάτοικος Νικαίας.
Ποια είναι η ιστορία της ταβέρνας το αφηγείται ο κολοσσός Πάνος Γεραμάνης, ο άνθρωπος που αφηγήθηκε την ιστορία των λαϊκών βάρδων, και του λαϊκού μας τραγουδιού, ο άνθρωπος που κατέγραψε την ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, ο υμνωδός των υπέροχων ελληνικών γεύσεων όπως τις γευθήκαμε στα παραδοσιακά ελληνικά ταβερνάκια, με καλή παρέα και κεχριμπαρένιο κρασί, (από απολιθωμένο ρετσίνι φτιάχνονται τα περίφημα κεχριμπαρένια κομπολόγια, τα καλύτερα και πιο ακριβά στον κόσμο) τραγουδώντας τα θεϊκά, λαϊκά μας τραγούδια.
Πριν πάμε στο παρακάτω, ρουφήξτε την απίστευτη αφήγηση του Πάνου, κρατώντας αυτό που λέει όχι απλά ο αφηγητής, αλλά ο κατά κυριολεξία Θουκιδίδης του ελληνικού ποδοσφαίρου, προσδιορίζοντας με ακρίβεια το σημείο που βρίσκεται η ταβέρνα, για κάθε ενδιαφερόμενο που θα ‘θελε να την επισκεφθεί. ‘’Πίσω από το γήπεδο της Προοδευτικής’’. Και μετρείστε καλά ποιος το λέει.



Στη λαϊκή ταβέρνα του «Κουμπούρα»

ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ



Όταν περνούσαν τα παλιά αεροπλάνα, οι Ντακότες, η γειτονιά ξεσηκωνόταν στο πόδι και οι πιτσιρικάδες σήκωναν τα χέρια ψηλά και χειροκροτούσαν. Στους δρόμους και στις μικρές αυλές των σπιτιών της Κοκκινιάς, εκείνα τα δύσκολα μετακατοχικά χρόνια τα παιδιά έκαναν όνειρα. Σήμερα, ο Γιάννης Γεωργιλάκης θυμάται τον αξέχαστο ποδοσφαιριστή και φίλο του Μάκη Γερμελή, ο οποίος του είχε μιλήσει αρκετές φορές για εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Ο Μάκης Γερμελής, μαθητευόμενος τορναδόρος, πραγματοποίησε πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι φανταζόταν το όνειρό του. Σε ηλικία μόλις 16 χρόνων. Όταν μεταγράφηκε από την Αμφιάλη στον Ολυμπιακό το 1951 και ταξίδεψε ως μέλος της αποστολής των «ερυθρολεύκων» στη Ρόδο με αεροπλάνο. Ήταν όνειρο ζωής τότε, έλεγε ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού και της Προοδευτικής στον Γιάννη Γεωργιλάκη, καθώς τσούγκριζε το ποτήρι του με τους παλιούς του φίλους σε ένα τραπέζι στο πεζοδρόμιο της ιστορικής λαϊκής ταβέρνας του «Κουμπούρα», στα όρια Νίκαιας Κορυδαλλού .
Κουβέντιαζαν για την κατρακύλα του Ολυμπιακού αλλά και για τις θαυμάσιες εμφανίσεις της Προοδευτικής. Το θέμα της συζήτησης άλλαξε κάποια στιγμή, όταν δύο πελάτες, ο Μουρίκης και ο Βασιλακόπουλος, μαζί με τον 82χρονο μπαρμπα-Σταμάτη, θυμήθηκαν παλιές εικόνες από το οινοπωλείο που στήθηκε πριν από 44 χρόνια, στο σημείο ακριβώς όπου βρίσκεται σήμερα. Στη γωνία των δρόμων Κύπρου και Σωκράτους, πίσω από το γήπεδο της Προοδευτικής. Η ταβέρνα του «Κουμπούρα», συμφωνούσαν και οι τρεις της παρέας, είχε και έχει τη δική της ξεχωριστή ιστορία, που αρχίζει από τον προπολεμικό Πειραιά. Λειτουργούσε στην οδό Γούναρη, στο υπόγειο της «Μακράς Στοάς». Μετά τον βομβαρδισμό της πόλης από τους Γερμανούς κατακτητές διαλύθηκε. Και το 1952, ο Παναγιώτης Θεοδωρόπουλος, πατέρας του σημερινού ιδιοκτήτη Ανδρέα Θεοδωρόπουλου, κάτω από το σπίτι του έφτιαξε έναν χώρο με βαρέλια και πουλούσε ρετσίνα.


Έβγαζε και μεζεδάκι. Από το 1954 το μαγαζί λειτουργούσε κανονικά, σαν οικογενειακή ταβέρνα. Η ονομασία «Κουμπούρας» προέρχεται από το παρατσούκλι που είχε ο παππούς του Θεοδωρόπουλου, ο οποίος ήταν κατασκευαστής όπλων στη Δημητσάνα, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι πολεμιστές του '21. Ο Γιάννης Μουρίκης με τον Γιάννη Βασιλακόπουλο θυμούνται ακόμη τους ηθοποιούς που διασκέδαζαν στου «Κουμπούρα» μετά τις παραστάσεις που έδιναν οι θίασοι-μπουλούκια στα θερινά σινεμά της περιοχής «Έλλη» και «Κορυδαλλός».

Εκεί πήγαινε ο Φραγκίσκος Μανέλης με τον θίασό του και τραγουδούσαν όλοι, με τη συνοδεία της μικρής ορχήστρας του Γιάννη Λαουτάρη, θετού πατέρα της τραγουδίστριας Δούκισσας. Πριν πέσει ακόμη το μπετόν, η περιοχή γύρω από του «Κουμπούρα», στα τέλη του '50, ήταν ανοιχτή. Ρέματα, χωματόδρομοι, δενδροστοιχίες. Οι αμαξάδες, οι νερουλάδες και οι μανάβηδες ξέζευαν τ' άλογά τους και κάθονταν στην ταβέρνα. Έπιναν με τα νεροπότηρα ρετσίνα, έφτιαχναν κεφάλι και μετά τραγουδούσαν: «Βάλε να πιούμε ένα κρασί, που κάνει τη ζωή χρυσή».

Σήμερα, η ταβέρνα μπορεί να καλύπτεται από σπίτια γύρω γύρω, όμως δεν έχει χάσει την παλιά της φυσιογνωμία. Δέκα (αριθμημένα) βαρέλια, βαμμένα κόκκινα στο μπροστινό τους μέρος, γεμάτα ρετσίνα κεχριμπαρένια. Και πάνω τους οι φωτογραφίες με τον μέγιστο λαϊκό τραγουδιστή Στέλιο Καζαντζίδη, ο οποίος έβρισκε νηφαλιότητα σ' αυτό το στέκι και περνούσε ευχάριστες στιγμές. Και η κουζίνα σερβίρει μεζέδες και κρασί. Μάστορας στη μαγειρική ο Αντρέας (αφού ήταν 10 χρόνια μάγειρας στα καράβια), ετοιμάζει: γίγαντες, μπιφτέκι με κρεμμύδι και μαϊντανό, γίδα βραστή και, ορισμένες φορές, πατσά. Πλούσιες σαλάτες και ορεκτικά, πατάτες τηγανητές ζεστές και ψωμί ψημένο στη σχάρα, με λάδι. Για κύριο πιάτο: παϊδάκια με το κιλό και κρέατα της ώρας με το κιλό. Τις Κυριακές κλειστά. Τα βράδια βγάζει τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο. Κοντά στον Αντρέα, η συμπαθέστατη σύζυγός του Γιώτα, που πάντα βρίσκει να πει δυο καλά λόγια για τους πελάτες.

Ο «Κουμπούρας», Κύπρου και Σωκράτους γωνία (στα όρια Κορυδαλλού - Νίκαιας, πίσω από το γήπεδο της Προοδευτικής). Τηλέφωνο: 4972.194.



Τέσσερα τετράγωνα πάνω από τη γωνία του γηπέδου είναι η διάσημα ταβέρνα.

Της γερακίνας γιος



Το 1975 ο καίσαρας του λαϊκού μας τραγουδιού Βασίλης Τσιτσάνης, στο φινάλε μιας μυθικής σταδιοδρομίας γράφει τον δίσκο Σκοπευτήριο. Στο δίσκο περιλαμβάνεται ένα τραγούδι σταθμός στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας, και δεν είναι άλλο από το πασίγνωστο της γερακίνας γιος.
Τους στίχους έχει γράψει ο πρύτανης των ελλήνων στιχουργών και μέλος του ΕΑΜ στα νιάτα του, Κώστας Βίρβος. Η καλύτερη δισκογραφική εκτέλεση του τραγουδιού δεν είναι άλλη από την απίστευτη, μοναδική, και ανεπανάληπτη, του βάρδου Καζαντζίδη.
Φανταστείτε τη σκηνή. Μια ανάσα από το γήπεδο μας τον πρόσφυγα από τη Νέα Ιωνία, να τραγουδάει, το τραγούδι σταθμό από το Σκοπευτήριο, το σύμβολο της προσφυγικής και μαρτυρικής Καισαριανής, εκεί που ήταν τα χαμόσπιτα της μαρτυρικής και προσφυγικής Κοκκινιάς που έζησε το ολοκαύτωμα του Μπλόκου, με φωνή που να αντηχεί μέχρι το γήπεδο, ‘’Μα εγω δεν ζω εγώ γονατιστός είμαι της γερακίνας γιος’’, κι ο δικός μας Φοίνικας γερακίνας γιος κι αυτός, ν’ ακούει και να φτιάχνεται. Σιγοτραγουδήστε το κι εσείς διαβάζοντας τους στίχους που ακολουθούν.





Της γερακίνας γιος

Καζαντζίδης Στέλιος

Μουσική/Στίχοι: Τσιτσάνης Βασίλης/Βίρβος Κώστας


Ούτε στρώμα να πλαγιάσω
ούτε φως για να διαβάσω
το γλυκό σου γράμμα ωχ μανούλα μου
Καλοκαίρι κι είναι κρύο
ένα μέτρο επί δύο
είναι το κελί μου ωχ μανούλα

Μα εγώ δεν ζω γονατιστός
είμαι τις γερακίνας γιος
είμαι τις γερακίνας γιος
Τι κι αν μ 'ανοίγουνε πληγές
εγώ αντέχω τις φωτιές
εγώ αντέχω τις φωτιές

Μάνα μη λυπάσαι μάνα μη με κλαις

Ένα ρούχο ματωμένο
στρώνω για να ξαποσταίνω
στο υγρό τσιμέντο ωχ μανούλα μου
Στο κελί το διπλανό μου
φέραν κι άλλον αδερφό μου
πόσα θα τραβήξει ωχ μανούλα μου

Είμαι σίγουρος για τους λόγους που ιστορήθηκαν ότι αυτό ακριβώς το τραγούδι, με την παρακάτω προτεινόμενη διαμόρφωση πρέπει να γίνει σύνθημα στα χείλη των οπαδών μας, και ν’ αντηχεί από του χρόνου στην εξέδρα της Χρυσοστόμου Σμύρνης, και να ‘στε σίγουροι πως θα’ ναι κι η ψυχή του Στέλιου εκεί να τραγουδάει μαζί μας

Δε ζούμε εμείς γονατιστοί
του Φοίνικα είμαστε γιοι
του Φοίνικα είμαστε γιοι
κι αν μας ανάβουνε φωτιές
αντέχουμε όλες τις πληγές
αντέχουμε όλες τις πληγές

Φοίνικα στη φωτιά σου
τους εχθρούς μας καις.

Και θα το τραγουδήσουν σε πρώτη εκτέλεση οι:
Proo fans Phoenix sons

Επί του πιεστηρίου, έκτακτη είδηση.
Ένα πουλάκι μου είπε ότι κάποιοι παίχτες ‘’ονόματα’’ που τους προτάθηκε να παίξουν στην ομάδα μας, αρνήθηκαν, είτε γιατί δεν πείστηκαν για τους φιλόδοξους στόχους που βάζει η ομάδα μας, είτε γιατί τους χαλάει ο αγωνιστικός χώρος του γηπέδου όπως είναι σήμερα.
Έχω την εντύπωση πως η διοίκηση πρέπει να πάρει πολύ σοβαρά υπ’ όψη της αυτές τις απόψεις και να τις γράψει κανονικά στ’ … αρχεία της… για να τις θυμηθεί όταν κάποιοι κύριοι θα φιλάνε κατουρημένες ποδιές για να παίξουνε στην Προοδευτική.
Αν κάποιοι δεν μας θέλουνε μια φορά, εμείς δεν τους θέλουμε 100. Και για να πάει η καρδιά σας στη θέση της σας πληροφορώ ότι ο παίχτης που θα κάνει τη διαφορά και θα πάρει στην πλάτη του την ομάδα έχει βρεθεί. Η μόνη του απαίτηση είναι να του δοθεί η φανέλα με το 12.
Αυτός δεν είναι άλλος από τον κόσμο μας, τον παντοτινό δωδέκατο παίχτη μας, και εδώ είσαστε κι εδώ είμαστε, για να δούμε όλοι μας τι βροντερό παρόν θα δώσει.


Κύριοι της διοίκησης ντύστε την ομάδα μας με την συλλεκτική στολή του 58 με μπορντούρα, και τον Φοίνικα στη μέση σε βυσσινί και λευκή έκδοση, και τυπώστε μια φανέλα που θα έχει στην πλάτη αυτό.
Proo fans Phoenix sons

12
No gate Arena
Ελάτε μετά να δούμε τι φανέλες θα πουλήσει, όχι μόνο στον Κορυδαλλό, αλλά και στ’ Άσπρα Χώματα, την Παλιά Κοκκινιά, τα Μανιάτικα την Αγία Βαρβάρα και όχι μόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πνευματικα Δικαιωματα κειμενων και φωτογραφιων